Η έλλειψη ανθρώπινου δυναμικού εξελίσσεται σε ένα από τα σημαντικότερα διαρθρωτικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας για κάποιους κλάδους Αγροτικές εκμεταλλεύσεις, βιομηχανίες, επιχειρήσεις τροφίμων, κατασκευαστικές εταιρείες, αποθήκες, μονάδες φιλοξενίας και εστίασης, επιχειρήσεις καθαρισμού και υπηρεσίες φροντίδας δυσκολεύονται ολοένα περισσότερο να καλύψουν βασικές θέσεις εργασίας. Το πρόβλημα δεν αφορά πλέον μόνο την τουριστική περίοδο ή τη συγκομιδή συγκεκριμένων προϊόντων. Σε αρκετούς κλάδους έχει αποκτήσει μόνιμα χαρακτηριστικά, περιορίζοντας την παραγωγική δυναμικότητα των επιχειρήσεων και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την ίδια τη δυνατότητά τους να αναπτυχθούν.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η μετάκληση πολιτών τρίτων χωρών δεν αποτελεί απλώς μια εναλλακτική πηγή προσωπικού. Αποτελεί θεσμοθετημένο μηχανισμό νόμιμης εργασιακής μετανάστευσης, μέσω του οποίου μια επιχείρηση μπορεί να αναζητήσει στο εξωτερικό εργαζομένους για συγκεκριμένες θέσεις και ειδικότητες, όταν η εγχώρια αγορά εργασίας δεν επαρκεί.
Η έλλειψη προσωπικού μέσα από τα επίσημα στοιχεία
Η αύξηση των κενών θέσεων εργασίας καταγράφεται με σαφήνεια στα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ. Το 2025 οι κενές θέσεις που έπρεπε να καλυφθούν μέσα σε διάστημα έως τριών μηνών ανήλθαν σε 52.070 το πρώτο τρίμηνο, 38.834 το δεύτερο, 45.687 το τρίτο και 31.059 το τέταρτο. Τα στοιχεία αφορούν επιχειρήσεις με τουλάχιστον τρεις εργαζομένους και, σημαντικότερα, δεν περιλαμβάνουν τον πρωτογενή τομέα. Επομένως, οι καταγεγραμμένες θέσεις δεν αποτυπώνουν το σύνολο των ελλείψεων σε γεωργία, κτηνοτροφία και άλλες δραστηριότητες όπου η ανάγκη εργατικών χεριών είναι ιδιαίτερα έντονη.
Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει επίσης διαπιστώσει ότι, κατά τη μεταπανδημική περίοδο, η ελληνική αγορά εργασίας έγινε αισθητά στενότερη. Η αύξηση της ζήτησης εργασίας σε σχέση με τα προ πανδημίας επίπεδα ήταν, σύμφωνα με σχετική μελέτη της, περίπου διπλάσια από την αντίστοιχη μεταβολή στις ΗΠΑ και στην ευρωζώνη. Η ισχυρή τουριστική δραστηριότητα, η ανάπτυξη της οικονομίας, η αναντιστοιχία δεξιοτήτων και η περιορισμένη γεωγραφική κινητικότητα του εγχώριου εργατικού δυναμικού συντηρούν το πρόβλημα.
Η πιο άμεση επιβεβαίωση της ανάγκης προκύπτει από τον ίδιο τον κρατικό προγραμματισμό. Για το 2026 καθορίστηκε ανώτατος όγκος εισδοχής 94.240 πολιτών τρίτων χωρών: 44.240 θέσεις εξαρτημένης εργασίας, 48.000 εποχικής εργασίας και 2.000 θέσεις υψηλής ειδίκευσης. Πρόκειται για προγραμματισμένες θέσεις και όχι για ισάριθμες πραγματικές αφίξεις, αποτελεί όμως σαφή θεσμική αποτύπωση των αναγκών της οικονομίας. Σημειωτέονότι κατά το πρώτο οκτάμηνο του 2026 έχουν αναφερθεί 64.095 εγκρίσεις μετακλήσεων, έναντι 44.434 το αντίστοιχο διάστημα του 2025, αύξηση περίπου 44,3%.
Η Ελλάδα έχει αναπτύξει θεσμική συνεργασία, μεταξύ άλλων, με το Μπαγκλαντές και την Αίγυπτο, ενώ στην πράξη επιχειρήσεις και φορείς αναζητούν προσωπικό και από χώρες όπως η Ινδία, το Πακιστάν, οι Φιλιππίνες, το Βιετνάμ, το Νεπάλ και άλλες ασιατικές ή βορειοαφρικανικές χώρες. Οι επιλογές συνδέονται με τον κλάδο, τη διαθεσιμότητα υποψηφίων, την προηγούμενη εμπειρία, τη γλώσσα, την ύπαρξη αξιόπιστου συνεργάτη στη χώρα προέλευσης και τη λειτουργική δυνατότητα της αρμόδιας προξενικής αρχής.
Η διαδικασία της μετάκλησης με απλά λόγια
Το βασικό πλαίσιο περιλαμβάνεται στον Κώδικα Μετανάστευσης, ν. 5038/2023, όπως έχει τροποποιηθεί, ιδίως με τον ν. 5275/2026. Η διαδικασία για εξαρτημένη εργασία μπορεί συνοπτικά να αποδοθεί στα ακόλουθα στάδια:
1. Προσδιορισμός της ανάγκης και της ειδικότητας. Η επιχείρηση καθορίζει τον αριθμό των εργαζομένων, τη θέση, τον τόπο εργασίας, τη διάρκεια απασχόλησης και τις απαιτούμενες δεξιότητες. Η ειδικότητα πρέπει να καλύπτεται από τον εκάστοτε ισχύοντα όγκο εισδοχής.
2. Επιλογή και έλεγχος των υποψηφίων. Πραγματοποιούνται συνεντεύξεις και ελέγχονται τα στοιχεία ταυτότητας, η επαγγελματική εμπειρία, οι άδειες άσκησης επαγγέλματος όπου απαιτούνται και η καταλληλότητα για τη συγκεκριμένη εργασία.
3. Σύνταξη σύμβασης εργασίας. Ο εργοδότης καταρτίζει σύμβαση που περιγράφει τη θέση, την αμοιβή και τη διάρκεια εργασίας. Μετά τον ν. 5275/2026, η ελάχιστη διάρκεια σύμβασης για την κοινή εξαρτημένη εργασία μειώθηκε από δώδεκα σε έξι μήνες.
4. Ηλεκτρονική αίτηση του εργοδότη. Η αίτηση υποβάλλεται στο πληροφοριακό σύστημα του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου από τον εργοδότη με κωδικούς Taxisnet ή από εξουσιοδοτημένο δικηγόρο. Μεταφορτώνονται η σύμβαση, τα στοιχεία του εργαζομένου, τα οικονομικά και λοιπά δικαιολογητικά και το απαιτούμενο παράβολο. Υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου – Οδηγίες ηλεκτρονικής υποβολής
5. Έλεγχος και έγκριση απασχόλησης. Η αρμόδια υπηρεσία εξετάζει την πληρότητα του φακέλου, τη διαθεσιμότητα της θέσης και τη συνδρομή των νόμιμων προϋποθέσεων.
6. Διαβίβαση στην προξενική αρχή. Μετά την έγκριση, ο εργαζόμενος απευθύνεται στην αρμόδια ελληνική πρεσβεία ή προξενείο, προσκομίζει τα απαιτούμενα έγγραφα και εξετάζεται για τη χορήγηση εθνικής θεώρησης εισόδου.
7. Άφιξη και άδεια διαμονής. Μετά την έκδοση της θεώρησης, ο εργαζόμενος εισέρχεται νόμιμα στην Ελλάδα. Ακολουθούν, ανάλογα με την κατηγορία, η αίτηση άδειας διαμονής, η απόδοση των αναγκαίων αριθμών μητρώου, η πρόσληψη και η ασφάλιση.
Ο ν. 5275/2026 προβλέπει, μεταξύ άλλων, δυνατότητα αλλαγής εργοδότη μετά τη συμπλήρωση έξι μηνών εργασίας, καθώς και νωρίτερα σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως απόλυση ή παραβίαση της εργατικής νομοθεσίας. Για τις κατηγορίες που καλύπτονται από την ενιαία άδεια προβλέπεται προθεσμία εξέτασης 90 ημερών, με δυνατότητα παράτασης 30 ημερών όταν η υπόθεση είναι σύνθετη. Ο ίδιος νόμος ενισχύει την ίση μεταχείριση των εργαζομένων από τρίτες χώρες και επιμηκύνει, υπό προϋποθέσεις, τη διάρκεια ορισμένων αδειών. Ν. 5275/2026 – ΑΑΔΕ/Εθνική Νομοθεσία
Πού εντοπίζονται οι σημαντικότερες καθυστερήσεις;
Η μεγαλύτερη αδυναμία της διαδικασίας δεν είναι κατά κανόνα η έλλειψη ενδιαφέροντος, αλλά η απόσταση ανάμεσα στον χρόνο που χρειάζεται η επιχείρηση τον εργαζόμενο και στον χρόνο κατά τον οποίο αυτός μπορεί πράγματι να φτάσει στην Ελλάδα.
Οι καθυστερήσεις μπορούν να εμφανιστούν σε διαδοχικά σημεία: στην προετοιμασία του φακέλου, στον διοικητικό έλεγχο της αίτησης, στη διαβίβαση της έγκρισης, στην εξεύρεση προξενικού ραντεβού, στην επαλήθευση των εγγράφων και, τελικά, στην έκδοση της θεώρησης. Ιδιαίτερα στις χώρες από τις οποίες προέρχεται μεγάλος αριθμός αιτημάτων, η περιορισμένη στελέχωση των προξενικών γραφείων και η συσσώρευση φακέλων μπορούν να μετατρέψουν μια θεωρητικά σαφή διαδικασία σε πολύμηνη αναμονή.
Η πραγματική διάρκεια ολοκλήρωσης της σχετικής διαδικασίας μέχρι την άφιξη του εργαζόμενου στη χώρα μας εξαρτάται από τη χώρα, την περίοδο, την κατηγορία, την πληρότητα του φακέλου και τη δυναμικότητα της αρμόδιας αρχής. Για μια εποχική επιχείρηση, η αβεβαιότητα αυτή είναι ιδιαίτερα κρίσιμη: η άφιξη προσωπικού μετά την έναρξη της συγκομιδής ή της τουριστικής περιόδου μπορεί να ακυρώσει στην πράξη τον οικονομικό σκοπό της μετάκλησης.
Τα βασικά πλεονεκτήματα για την επιχείρηση
Η οργανωμένη μετάκληση επιτρέπει στην επιχείρηση να προγραμματίσει τη στελέχωσή της με συγκεκριμένο αριθμό εργαζομένων, για ορισμένες θέσεις και με προκαθορισμένους όρους απασχόλησης. Προσφέρει επίσης:
• πρόσβαση σε μεγαλύτερη δεξαμενή υποψηφίων,
• δυνατότητα αναζήτησης ανθρώπων με προϋπηρεσία στον ίδιο κλάδο,
• καλύτερη κάλυψη εποχικών ή γεωγραφικά απομακρυσμένων θέσεων,
• περιορισμό της διαρκούς εναλλαγής προσωπικού, όταν η επιλογή και η ένταξη γίνουν σωστά,
• νόμιμη και καταγεγραμμένη εργασιακή σχέση,
• μεγαλύτερη δυνατότητα ελέγχου της ταυτότητας και των επαγγελματικών στοιχείων πριν από την άφιξη,
• καλύτερο μεσοπρόθεσμο προγραμματισμό παραγωγής.
Χρειάζεται, πάντως, μία σημαντική διευκρίνιση: η μετάκληση από μόνη της δεν εγγυάται ότι ο εργαζόμενος είναι εξειδικευμένος ή έμπειρος. Αυτό εξασφαλίζεται μόνο μέσα από σοβαρή διαδικασία επιλογής, πρακτικές συνεντεύξεις, έλεγχο συστάσεων και πιστοποίηση προσόντων όπου απαιτείται.
Η σύγκριση με την απασχόληση αιτούντων άσυλο
Οι αιτούντες διεθνή προστασία μπορούν να εργαστούν νόμιμα μετά την πάροδο 60 ημερών από την έκδοση του δελτίου αιτούντος, εφόσον αυτό παραμένει σε ισχύ. Η πρόσβασή τους στην αγορά εργασίας αποτελεί δικαίωμα και μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά τόσο στην οικονομική τους αυτονομία όσο και στην κάλυψη αναγκών των επιχειρήσεων.
Για τον εργοδότη, όμως, υφίσταται διαφορετικό επίπεδο διοικητικής προβλεψιμότητας. Η νομιμότητα της διαμονής και της εργασίας ενός αιτούντος συνδέεται με την εκκρεμή διαδικασία διεθνούς προστασίας. Εάν η αίτηση απορριφθεί οριστικά και δεν υφίσταται άλλο δικαίωμα παραμονής, ανασταλτικό αποτέλεσμα ένδικου βοηθήματος ή δυνατότητα υπαγωγής σε διαφορετικό καθεστώς, το δικαίωμα εργασίας που απορρέει από την ιδιότητα του αιτούντος παύει. Αυτό μπορεί να δημιουργήσει απρόβλεπτη διακοπή μιας εργασιακής σχέσης με ότι προβλήματα μπορεί να επιφέρει κάτι τέτοιο στην ομαλή λειτουργία μιας επιχείρησης..
Αντίθετα, στη μετάκληση η είσοδος και η διαμονή οργανώνονται εξαρχής με σκοπό την εργασία. Ο εργαζόμενος επιλέγεται για συγκεκριμένο επαγγελματικό ρόλο και ο τίτλος διαμονής του συνδέεται άμεσα με τη νόμιμη απασχόλησή του, χωρίς βέβαια να καταργούνται τα εργασιακά του δικαιώματα ή οι προβλεπόμενες δυνατότητες αλλαγής εργοδότη.
Η σύγκριση δεν πρέπει να οδηγεί σε υποτίμηση των αιτούντων άσυλο ούτε να χρησιμοποιείται ως κριτήριο αποκλεισμού τους. Πρόκειται για δύο διαφορετικά νομικά καθεστώτα: το ένα αποσκοπεί στην προστασία ανθρώπων που επικαλούνται κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης και το άλλο στην οργανωμένη εισδοχή εργαζομένων για ανάγκες της αγοράς εργασίας. Από καθαρά επιχειρησιακή σκοπιά, όμως, η μετάκληση προσφέρει μεγαλύτερη δυνατότητα προεπιλογής και μακροπρόθεσμου σχεδιασμού.
Πώς μπορεί η διαδικασία να γίνει ταχύτερη και αποτελεσματικότερη;
Σε επίπεδο δημόσιας πολιτικής απαιτούνται περισσότερα προξενικά στελέχη στις χώρες υψηλής ζήτησης, ενιαία ψηφιακή παρακολούθηση από την αίτηση έως την έκδοση της θεώρησης, διαλειτουργικότητα μεταξύ υπουργείων και σαφείς προθεσμίες ανά στάδιο. Χρήσιμη θα ήταν επίσης η δημοσίευση μηνιαίων στοιχείων ανά χώρα και προξενική αρχή: αριθμός αιτήσεων, εγκρίσεων, θεωρήσεων, απορρίψεων, πραγματικών αφίξεων και διάμεσος χρόνος διεκπεραίωσης. Μόνο έτσι μπορούν να εντοπιστούν αντικειμενικά τα σημεία συμφόρησης.
Οι διμερείς συμφωνίες μπορούν να βοηθήσουν, εφόσον συνοδεύονται από ελεγχόμενα κανάλια επιλογής, σαφή μητρώα νόμιμων γραφείων εύρεσης εργασίας και κοινά πρωτόκολλα επαλήθευσης εγγράφων.
Από την πλευρά της επιχείρησης, ουσιαστική επιτάχυνση επιτυγχάνεται όταν:
• ο προγραμματισμός αρχίζει αρκετούς μήνες πριν από την πραγματική ανάγκη,
• ο φάκελος ελέγχεται πλήρως πριν από την οριστική υποβολή,
• επαληθεύονται εγκαίρως διαβατήρια, ποινικά μητρώα, πιστοποιήσεις και επαγγελματική εμπειρία,
• η σύμβαση περιγράφει με ακρίβεια καθήκοντα, αμοιβή, ωράριο και τόπο εργασίας,
• εξασφαλίζονται αξιοπρεπής στέγαση και ασφαλής μεταφορά όπου απαιτούνται,
• οργανώνονται βασική γλωσσική προετοιμασία και εκπαίδευση ασφάλειας πριν ή αμέσως μετά την άφιξη,
• υπάρχει υπεύθυνος ένταξης μέσα στην επιχείρηση,
• παρακολουθείται συστηματικά κάθε διοικητικό στάδιο και κάθε προθεσμία.
Η μετάκληση δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μια απλή πράξη «εισαγωγής εργατικών χεριών». Είναι διαδικασία διεθνούς στελέχωσης που απαιτεί σωστή επιλογή, νομική ακρίβεια, επιχειρησιακό σχεδιασμό και ουσιαστική ένταξη των εργαζομένων. Όταν οργανώνεται με αυτόν τον τρόπο, μπορεί να αποτελέσει σταθερό εργαλείο ανάπτυξης για τις ελληνικές επιχειρήσεις και ταυτόχρονα μια ασφαλή, νόμιμη και αξιοπρεπή διαδρομή εργασίας για πολίτες τρίτων χωρών.